Νικόλαος Δαρλαγιάννης , Δήμητρα Αρμένη , Δημήτριος Κοσμίδης
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Εισαγωγή: Η κοινή λήψη αποφάσεων είναι μια συνεργατική διαδικασία μεταξύ ασθενή και επαγγελματία υγείας, όπου και οι δύο πλευρές συμμετέχουν ενεργά στη λήψη αποφάσεων. Παρά τη ραγδαία ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στις υπηρεσίες υγείας, οι μελέτες που εστιάζουν στις απόψεις και τις εμπειρίες των ίδιων των ασθενών σχετικά με τον ρόλο της ΤΝ στη λήψη αποφάσεων, παραμένουν περιορισμένες.
Σκοπός: Η διερεύνηση των στάσεων και των εμπειριών των ασθενών σχετικά με τη χρήση ΤΝ στη λήψη αποφάσεων, των επιπτώσεών της στη θεραπευτική σχέση και τα κύρια οφέλη και προκλήσεις που προκύπτουν.
Υλικό και μέθοδος: Η αναζήτηση της βιβλιογραφίας έγινε από το 2019 μέχρι το 2025, στην αγγλική γλώσσα, στις βάσεις δεδομένων PubMed, Scopus, EMBASE. Συμπεριλήφθηκαν πρωτογενείς ερευνητικές μελέτες και ανασκοπήσεις με λέξεις ευρετηρίου: τεχνητή νοημοσύνη, λήψη αποφάσεων, συμμετοχή ασθενών, και συνδυασμός αυτών ή συνωνύμων τους.
Αποτελέσματα: Οι ασθενείς εμφανίζονται διχασμένοι σχετικά με την υιοθέτηση της ΤΝ στην υγειονομική περίθαλψη. Ορισμένοι εκτιμούν τα πλεονεκτήματα της, όπως η βελτιωμένη διάγνωση και θεραπεία, η ταχύτερη ανάλυση δεδομένων και η ενίσχυση της ικανότητας των γιατρών, ενώ άλλοι εκφράζουν ανησυχίες για την έλλειψη ανθρώπινης επαφής, τη διαφάνεια των αλγορίθμων και τον κίνδυνο μεροληψίας.
Συμπεράσματα: Η ΤΝ δεν πρέπει να αντικαθιστά τον επαγγελματία υγείας, αλλά να λειτουργεί συμπληρωματικά, παρέχοντας καλύτερα εργαλεία για διαγνώσεις και θεραπευτικές επιλογές. Αυτή η συνδυαστική προσέγγιση μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλέστερη, αποτελεσματικότερη και πιο εξατομικευμένη φροντίδα.
Λέξεις κλειδιά: Ασθενείς, λήψη αποφάσεων, τεχνητή νοημοσύνη, νοσηλευτική
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Εισαγωγή: Η κατ’ οίκον μαιευτική φροντίδα αναγνωρίζεται διεθνώς ως βασικός άξονας της πρωτοβάθμιας μαιευτικής φροντίδας, συνδυάζοντας τη συνεχή υποστήριξη της μητέρας και του νεογνού σε όλη τη διάρκεια της περιγεννητικής περιόδου. Πρόσφατα στην Ελλάδα θεσπίστηκε για πρώτη φορά επίσημο πλαίσιο για τη μαιευτική φροντίδα κατ’ οίκον ως μέρος του εθνικού συστήματος υγείας με την ψήφιση του Νόμου 4999/2022 και ειδικότερα του Άρθρου 39 περί «Μαιών στο σπίτι».
Σκοπός: Το άρθρο στοχεύει στην ανάλυση των διεθνών μοντέλων κατ’ οίκον μαιευτικής φροντίδας και τη διερεύνηση της ενσωμάτωσής τους στο ελληνικό σύστημα υγείας, αξιοποιώντας το πρόσφατο θεσμικό πλαίσιο ως ευκαιρία μεταρρύθμισης.
Μεθοδολογία: Πραγματοποιήθηκε αφηγηματική βιβλιογραφική ανασκόπηση σε διεθνείς βάσεις δεδομένων (Scopus, PubMed, Google Scholar) και σε έντυπες και ηλεκτρονικές πηγές, με χρήση λέξεων-κλειδιών στην ελληνική και αγγλική γλώσσα. Η αναζήτηση επικεντρώθηκε σε πρόσφατες δημοσιεύσεις της περιόδου 2020–2025 και σε πηγές που αφορούσαν διεθνή μοντέλα κατ’ οίκον μαιευτικής φροντίδας και το ελληνικό θεσμικό πλαίσιο. Οι πηγές επιλέχθηκαν βάσει πρόσφατης βιβλιογραφίας, επιστημονικής εγκυρότητας και θεματικής συνάφειας. Επιπλέον, μελετήθηκαν οι πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις που σχετίζονται με την κατ’ οίκον μαιευτική φροντίδα στην Ελλάδα. Αποτελέσματα: Καταγράφηκε ότι το ελληνικό πλαίσιο, παρά τη σημαντική θεσμική εξέλιξη, θέτει γενικές κατευθύνσεις για την παροχή υπηρεσιών σε έγκυες, λεχωίδες και νεογνά, καλύπτοντας προγεννητική και μεταγεννητική περίοδο, χωρίς σαφή προσδιορισμό των οργανωτικών στοιχείων της φροντίδας. Τα διεθνή μοντέλα αναδεικνύουν την ανάγκη ανάπτυξης πρωτοκόλλων και σαφών οδηγιών για εξατομικευμένη, συνεχή και ολοκληρωμένη φροντίδα καθ’ όλη τη διάρκεια της περιγεννητικής περιόδου.
Συμπεράσματα: Η εφαρμογή διεθνών καλών πρακτικών στην Ελλάδα είναι εφικτή, υπό την προϋπόθεση προσαρμογής σε ένα ολοκληρωμένο μοντέλο κατ’ οίκον φροντίδας. Κρίσιμοι παράγοντες αποτελούν η θεσμοθέτηση συνέχειας φροντίδας, η ενίσχυση οργανωσιακής κουλτούρας, η διασυνδεσιμότητα, η επαρκής χρηματοδότηση και η προσβασιμότητα σε απομακρυσμένες ή ευάλωτες περιοχές.
Λέξεις κλειδιά: Κατ’ οίκον μαιευτική φροντίδα, διεθνή μοντέλα φροντίδας, θεσμικό πλαίσιο, συνέχεια φροντίδας, πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας
Εισαγωγή: Οι νοσοκομειακές λοιμώξεις αποτελούν ένα μείζον ζήτημα, το οποίο επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα της παρεχόμενης υγειονομικής περίθαλψης. Ως νοσοκομειακή λοίμωξη ορίζεται, η λοίμωξη που δεν προϋπήρχε στον οργανισμό του ασθενούς, ούτε στο στάδιο της επώασης και αποκτάται κατά την διάρκεια της νοσηλείας του. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας βιβλιογραφικής ανασκόπησης είναι η διερεύνηση των παραγόντων κινδύνου σε σχέση με τις λοιμώξεις που αναπτύσσονται εντός νοσοκομειακού περιβάλλοντος, όπως επίσης και η καταγραφή νοσηλευτικών πρακτικών, οι οποίες στοχεύουν στην πρόληψη των νοσοκομειακών λοιμώξεων. Μεθοδολογία: Για την εκπόνηση της παρούσας βιβλιογραφικής ανασκόπησης χρησιμοποιήθηκαν οι βάσεις δεδομένων PubMed, ScienceDirect και Trip Database. Επιλέχθηκαν ανασκοπικά και ερευνητικά άρθρα, δημοσιευμένα στην αγγλική γλώσσα και ως χρονικό εύρος ορίστηκαν κυρίως τα τελευταία δεκαπέντε έτη (2010-2024). Η αναζήτηση έγινε με τις ακόλουθες λέξεις-κλειδιά : “infection control”, “infection prevention”, “nosocomial infection”, “nursing care quality”, “risk factors”. Αποτελέσματα: Από την ανασκόπηση των βιβλιογραφικών πηγών προέκυψαν πολυάριθμοι παράγοντες οι οποίοι αποτελούν κίνδυνο για ανάπτυξη λοιμώξεων. Οι παράγοντες αυτοί ταξινομούνται σε εξωγενείς και ενδογενείς, ανάλογα με το αν συνοδεύουν τον ασθενή κατά την εισαγωγή του ή αν αποκτούνται κατά την διάρκεια νοσηλείας του. Επιπλέον, αναδείχθηκαν διάφορες πρακτικές τις οποίες μπορεί να υιοθετήσει το νοσηλευτικό προσωπικό και μέσω των οποίων διευκολύνεται η πρόληψη των νοσοκομειακών λοιμώξεων. Οι πρακτικές αυτές επικεντρώνονται κυρίως στην τήρηση πρωτοκόλλων. Συμπεράσματα: Οι νοσοκομειακές λοιμώξεις είναι μια μεγάλη πρόκληση για το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης. Ωστόσο, αποδεικνύεται ότι η συνεργασία των επαγγελματιών υγείας και η εφαρμογή σωστών πρακτικών, δρουν καθοριστικά τόσο στην πρόληψη, όσο και στη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας.
Λέξεις κλειδιά: έλεγχος λοιμώξεων, Πρόληψη λοιμώξεων, Νοσοκομειακές λοιμώξεις, ποιότητα νοσηλευτικής φροντίδας, παράγοντες κινδύνου
Κωνσταντίνα Μπότση , Μαρία Σαρίδη
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι η διερεύνηση του ρόλου των υπηρεσιών άτυπης φροντίδας, ως μέρος της Μακροχρόνιας Φροντίδας Υγείας (ΜΦΥ) στην Ελλάδα. Στο πλαίσιο αυτό αποτυπώνονται και μελετώνται σε όλο το εύρος τους οι παρεχόμενες τυπικές υπηρεσίες μακροχρόνιας φροντίδας στην Ελλάδα, ενώ παράλληλα συγκρίνονται οι υπηρεσίες άτυπης φροντίδας με τις αντίστοιχες των ευρωπαϊκών χωρών. Επίσης προτείνεται ένα βελτιωμένο πλαίσιο υποστήριξης άτυπης φροντίδας, με στόχο τη σύγκλιση με τις πρακτικές, τα κίνητρα και την ευρύτερη υγειονομική πολιτική που ακολουθούν οι προηγμένες οικονομικά ευρωπαϊκές χώρες.
Τα αποτελέσματα συνοψίζονται στην αναγνώριση της διευρυμένης ευρωπαϊκά παροχής άτυπων υπηρεσιών φροντίδας ως μέρος της ΜΦΥ, είτε λόγω ευρύτερου κρατικού σχεδιασμού (σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες) είτε λόγω κρατικού οικονομικού και προγραμματικού ελλείμματος (Ελλάδα). Επίσης γίνονται σαφείς οι τροποποιήσεις που πρέπει να λάβουν χώρα ώστε η άτυπη φροντίδα αφενός να διασυνδεθεί με το υπάρχον σύστημα φροντίδας, αφετέρου εντασσόμενη συστηματικά και επίσημα στο υγειονομικό σύστημα της Ελλάδας, να καλύψει τόσο τις ανάγκες της κοινωνίας όσο και τις ευρωπαϊκές μεταρρυθμιστικές επιταγές.
Αυτό θα επιτευχθεί μέσω ενός κατάλληλα σχεδιασμένου συστήματος ΜΦΥ, το οποίο θα ενισχύσει την παροχή άτυπης φροντίδας με εργαλεία τις εκπαιδευτικές, οικονομικές, κοινωνικές και ηθικές υποστηρικτικές παροχές προς τους άτυπους φροντιστές.
Λέξεις κλειδιά: μακροχρόνια φροντίδα υγείας, άτυπη φροντίδα, άτυποι φροντιστές/-ίστριες, ανακουφιστική φροντίδα, μονάδα φροντίδας, ανάγκες φροντιστών/-ιστριών
Νεκτάριος Αλεβιζόπουλος , Ευγενία Νικολοπούλου
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η διάγνωση καρκίνου αποτελεί μια βαθιά υπαρξιακή εμπειρία που επηρεάζει όχι μόνο τη σωματική υγεία αλλά και την ψυχολογική, κοινωνική και νοηματική διάσταση της ανθρώπινης ζωής. Η σύγχρονη ιατρική αναγνωρίζει ότι η εμπειρία της ασθένειας δεν περιορίζεται στη βιολογική της διάσταση αλλά περιλαμβάνει σύνθετες ψυχοκοινωνικές και υπαρξιακές διεργασίες.
Σκοπός του παρόντος άρθρου ήταν η διερεύνηση της έννοιας της ελπίδας στην εμπειρία των ασθενών με καρκίνο και η ανάλυση του ρόλου της ενσυναίσθησης στη θεραπευτική σχέση μεταξύ επαγγελματιών υγείας και ασθενών. Επιμέρους στόχο αποτέλεσε η πρόταση ενός θεωρητικού μοντέλου που συνδέει τις έννοιες της ελπίδας και της ενσυναίσθησης με τη θεραπευτική ανταπόκριση.
Πρόκειται για θεωρητική μελέτη που βασίζεται σε αφηγηματική βιβλιογραφική ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας στους τομείς της ψυχο-ογκολογίας, της αφηγηματικής ιατρικής και της φιλοσοφίας της ιατρικής. Η αναζήτηση της βιβλιογραφίας πραγματοποιήθηκε σε διεθνείς βάσεις δεδομένων (PubMed, Scopus, Google Scholar) και περιλάμβανε δημοσιεύσεις της περιόδου 2018–2026, καθώς και κλασικά θεωρητικά έργα που θεωρούνται θεμελιώδη για τη μελέτη της ελπίδας και της ενσυναίσθησης.
Η ελπίδα αναδεικνύεται ως σημαντικός ψυχολογικός και υπαρξιακός αρωγός για τους ασθενείς με καρκίνο, συμβάλλοντας στην ψυχική ανθεκτικότητα και στην κινητοποίηση για ενεργό συμμετοχή στη θεραπεία. Παράλληλα, η ενσυναίσθηση των επαγγελματιών υγείας ενισχύει τη θεραπευτική σχέση, καλλιεργεί την εμπιστοσύνη και υποστηρίζει τη διατήρηση της ελπίδας. Με βάση τα ευρήματα της βιβλιογραφίας προτείνεται το θεωρητικό μοντέλο Hope–Empathy–Therapeutic Response (HETR), το οποίο περιγράφει τη δυναμική σχέση μεταξύ ενσυναίσθησης, ελπίδας και θεραπευτικής ανταπόκρισης.
Η ενσωμάτωση ανθρωπιστικών και φιλοσοφικών προσεγγίσεων στην κλινική πράξη μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη πιο ανθρωποκεντρικών μορφών φροντίδας και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών με καρκίνο.
Λέξεις κλειδιά: Ελπίδα, ενσυναίσθηση, ψυχο-ογκολογία, αφηγηματική ιατρική
Αικατερίνη Βαλσάμη , Έλενα Ριζά , Αβραάμ Πουλιάκης , Γεώργιος Ντουνιάς
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Εισαγωγή: Οι εμβολιασμοί αποτελούν σημαντική παρέμβαση δημόσιας υγείας, συμβάλλοντας αφενός στην προαγωγής της επαγγελματικής υγείας και ασφάλειας των επαγγελματιών υγείας και αφετέρου στην προαγωγή της υγείας του πληθυσμού γενικότερα.
Σκοπός: Σκοπός της παρούσας συγχρονικής μελέτης ήταν η διερεύνηση της εμβολιαστικής κάλυψης, των γνώσεων, των στάσεων και των συμπεριφορών των εργαζομένων νοσοκομείου νησιωτικής περιφέρειας της Ελλάδας έναντι των εμβολιασμών που προάγουν την επαγγελματική υγεία και ασφάλεια.
Υλικό και Μέθοδος: Στον υπό μελέτη πληθυσμό εφαρμόστηκε η μέθοδος της στρωματοποιημένης δειγματοληψίας και χρησιμοποιήθηκε έντυπο, ανώνυμο ερωτηματολόγιο αυτοαναφοράς, προσαρμοσμένο στην παρούσα έρευνα. Το δείγμα της μελέτης αποτέλεσαν 254 εργαζόμενοι (38.84%) όλων των τομέων υγείας.
Αποτελέσματα: Η αυτοαναφερόμενη εμβολιαστική κάλυψη των συμμετεχόντων για την ηπατίτιδα Α ήταν 37,4%, για την ηπατίτιδα Β 70,5%, με MMR 44,1%, για την ανεμοβλογιά 23,2%, με το Tdap/Td 55,9%, για την εποχική γρίπη 70,9% και για τον SarsCov2 97,2%. Οι εργαζόμενοι της Ιατρικής Υπηρεσίας εμφάνισαν υψηλότερα ποσοστά εμβολιασμού και καλύτερο επίπεδο γνώσεων από τους εργαζόμενους της Νοσηλευτικής Υπηρεσίας. Η Επιτροπή Νοσοκομειακών Λοιμώξεων αποτέλεσε τη βασικότερη πηγή πληροφόρησης για τους συμμετέχοντες. Το μεγαλύτερο ποσοστό των ερωτηθέντων (51,6%) θεωρεί ότι η διστακτικότητα στον εμβολιασμό οφείλεται στην πιθανότητα εμφάνιση αλλεργικής αντίδρασης. Αναφορικά με τον χαρακτήρα των εμβολιασμών για τους Επαγγελματίες Υγείας (Ε.Υ.), η πλειοψηφία των Ε.Υ. θεωρεί ότι πρέπει να είναι στην επιλογή τους (42,1%), ενώ ένα ελαφρώς μικρότερο ποσοστό κρίνει ότι πρέπει να είναι ισχυρά συνιστώμενοι (41,3%). Μόνο το 16,5% τάσσεται υπέρ του υποχρεωτικού εμβολιασμού.
Συμπεράσματα: Συμπερασματικά η βελτίωση της εμβολιαστικής κάλυψης, ο εγγραμματισμός υγείας, οι στάσεις και οι συμπεριφορές των Επαγγελματιών Υγείας έναντι των εμβολίων θα πρέπει να είναι βασικός στόχος των πολιτικών Δημόσιας Υγείας.
Λέξεις κλειδιά: Εγγραματισμός υγείας, γνώσεις, επαγγελματίες υγείας, Εμβολιαστική κάλυψη
Μαργαρίτα Απατσίδου , Ιωάννης Ορτουλίδης
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Εισαγωγή: Η νοσηλευτική ηγεσία συνδέεται στενά με την ποιότητα φροντίδας, την επαγγελματική ικανοποίηση και την παραμονή των νοσηλευτών στο επάγγελμα, στο ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον των Ελληνικών δημοσίων νοσοκομείων, όπου η υποστελέχωση, ο αυξημένος φόρτος εργασίας και η επαγγελματική εξουθένωση αποτελούν σοβαρά προβλήματα. Στο πλαίσιο αυτό, η διερεύνηση των συγκεκριμένων τεχνικών ηγεσίας που εφαρμόζονται στην καθημερινή κλινική πράξη αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Σκοπός: Σκοπός της μελέτης ήταν να εξετάσει ποιες τεχνικές αποτελεσματικής ηγεσίας χρησιμοποιούνται στις νοσηλευτικές υπηρεσίες ενός ελληνικού Γενικού Πανεπιστημιακού νοσοκομείου, όπως αυτές βιώνονται από τους νοσηλευτές, την προϊστάμενη και τη διευθύνουσα της νοσηλευτικής υπηρεσίας.
Υλικό και Μέθοδος: Πραγματοποιήθηκε ποιοτική, περιγραφική μελέτη σε Γενικό Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του ελληνικού δημόσιου συστήματος υγείας. Τα δεδομένα συλλέχθηκαν με ημι-δομημένες συνεντεύξεις από 25 μέλη του νοσηλευτικού προσωπικού, συμπεριλαμβανομένων νοσηλευτών, προϊσταμένης τμήματος και της διευθύνουσας της νοσηλευτικής υπηρεσίας. Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε με θεματική ανάλυση, σύμφωνα με το πλαίσιο των Braun και Clarke.
Αποτελέσματα: Αναδείχθηκαν τέσσερις βασικές θεματικές: σαφής προσανατολισμός σε κοινούς στόχους και διαμοιραζόμενο όραμα, υποστηρικτική και σταθερή παρουσία του ηγέτη στην καθημερινή κλινική πράξη, ανοιχτή και ειλικρινής επικοινωνία σε συνδυασμό με υψηλή συναισθηματική νοημοσύνη, και η «ελπίδα για επιτυχία» ως κυρίαρχο κίνητρο όταν το ηγετικό στυλ είναι ενδυναμωτικό. Παράλληλα, η χρόνια υποστελέχωση, ο αυξημένος φόρτος εργασίας και η μη αναγνώριση της σωματικής και ψυχικής εξουθένωσης από τη διοίκηση αναδείχθηκαν ως βασικά οργανωτικά εμπόδια στην άσκηση αποτελεσματικής ηγεσίας.
Συμπεράσματα: Οι τεχνικές αποτελεσματικής νοσηλευτικής ηγεσίας στα δημόσια νοσοκομεία φαίνεται να στηρίζονται σε σαφή προσανατολισμό σε στόχους, ενίσχυση σχέσεων εμπιστοσύνης, συστηματική αναγνώριση της προσπάθειας και υψηλή συναισθηματική νοημοσύνη των νοσηλευτικών στελεχών. Ταυτόχρονα, η αντιμετώπιση των οργανωτικών εμποδίων που σχετίζονται με τη στελέχωση και τον φόρτο εργασίας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή ενδυνάμωσης προσωπικού από την διοίκηση στην πράξη και για τη βελτίωση της ποιότητας φροντίδας και της ευημερίας των νοσηλευτών.
Λέξεις κλειδιά: Νοσηλευτική Διοίκηση, νοσηλευτικη ηγεσια, επαγγελματικη ικανοποιηση
Αναστασία Ψυχαλινού , Ευγενία Βλάχου , Χρυσούλα Τσίου , Νικολέττα Μάργαρη
Εισαγωγή: Η διαχείριση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ΣΔΤ1) σε παιδιά και εφήβους αποτελεί σύνθετη διαδικασία, με τη διατροφή να παίζει κρίσιμο ρόλο στο γλυκαιμικό έλεγχο και την πρόληψη επιπλοκών μακροπρόθεσμα. Ωστόσο, η συμμόρφωση στις διατροφικές οδηγίες παραμένει συχνά ανεπαρκής, επηρεαζόμενη από ποικίλους ατομικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες.
Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η αξιολόγηση του βαθμού συμμόρφωσης παιδιών και εφήβων με ΣΔΤ1 στις διατροφικές συστάσεις, καθώς και η ανάλυση των βασικών παραγόντων που επηρεάζουν αυτή τη συμμόρφωση.
Υλικό και Μέθοδος: Ακολουθώντας τις κατευθυντήριες γραμμές PRISMA, πραγματοποιήθηκε συστηματική ανασκόπηση πρωτογενών μελετών (2005–2025) από βάσεις δεδομένων όπως PubMed και ScienceDirect. Η ανάλυση περιέλαβε 21 μελέτες με συμμετέχοντες ηλικίας 5 έως 18 ετών.
Αποτελέσματα: Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι η διατροφική συμμόρφωση είναι γενικά μη ικανοποιητική. Παρατηρείται χαμηλή κατανάλωση φρούτων, λαχανικών και φυτικών ινών, ενώ είναι αυξημένη η πρόσληψη κορεσμένων λιπαρών και επεξεργασμένων τροφίμων. Η συμμόρφωση επηρεάζεται από ποικίλους παράγοντες, όπως οι ψυχολογικές δυσκολίες (π.χ. τροφικές ιδιοτροπίες, διαταραχές πρόσληψης τροφής), οικογενειακή υποστήριξη και δυναμική, κοινωνικοοικονομική κατάσταση, καθώς και η ύπαρξη δομημένης διατροφικής εκπαίδευσης. Παρεμβάσεις που ενσωματώνουν την οικογένεια και βασίζονται σε συμπεριφορική καθοδήγηση έχουν δείξει ενθαρρυντικά αποτελέσματα τόσο ως προς τη διατροφική συμμόρφωση όσο και ως προς τον γλυκαιμικό έλεγχο.
Συμπεράσματα: Η διατροφική συμμόρφωση στους νέους με ΣΔΤ1 παραμένει χαμηλή, παρά τις σαφείς οδηγίες. Απαιτούνται ολιστικές παρεμβάσεις που να περιλαμβάνουν όχι μόνο την εκπαίδευση, αλλά και την αντιμετώπιση των ψυχοκοινωνικών και περιβαλλοντικών παραγόντων, προκειμένου να βελτιωθούν οι διατροφικές συμπεριφορές και τα συνολικά αποτελέσματα υγείας.
Λέξεις κλειδιά: Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1, διατροφική συμμόρφωση, παιδιά, έφηβοι, γλυκαιμικός έλεγχος