Ελένη Τσιάρα , Ιωάννα Δημητριάδου , Χαρούλα Μεσίρα , Μαρία Σαρίδη
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Εισαγωγή: Η άνοια αποτελεί μία χρόνια, προοδευτικά εξελισσόμενη νευροεκφυλιστική νόσο, η οποία επιφέρει σημαντικές επιπτώσεις όχι μόνο στους ασθενείς αλλά και στους οικογενειακούς φροντιστές που αναλαμβάνουν τη μακροχρόνια φροντίδα τους. Οι φροντιστές εκτίθενται σε αυξημένα επίπεδα ψυχολογικού στρες και σωματικής καταπόνησης, με συνέπειες στη συνολική τους υγεία και ποιότητα ζωής, γεγονός που καθιστά την ψυχοσωματική τους επιβάρυνση σημαντικό ζήτημα δημόσιας υγείας.
Σκοπός: Σκοπός της παρούσας βιβλιογραφικής ανασκόπησης είναι η διερεύνηση της ψυχοσωματικής επιβάρυνσης των οικογενειακών φροντιστών ατόμων με άνοια, καθώς και η ανάδειξη του ρόλου της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ) στην αναγνώριση και υποστήριξή τους.
Υλικό και Μέθοδος: Πραγματοποιήθηκε ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας σε επιστημονικές βάσεις δεδομένων, με έμφαση σε μελέτες που αφορούν την ψυχολογική και σωματική επιβάρυνση των οικογενειακών φροντιστών ασθενών με άνοια, τους παράγοντες κινδύνου, καθώς και τις παρεμβάσεις υποστήριξης στο πλαίσιο της ΠΦΥ.
Αποτελέσματα: Τα ευρήματα της βιβλιογραφίας καταδεικνύουν ότι οι οικογενειακοί φροντιστές παρουσιάζουν αυξημένα ποσοστά άγχους, κατάθλιψης, συναισθηματικής εξάντλησης, διαταραχών ύπνου και σωματικών προβλημάτων, τα οποία επιδεινώνονται όσο εξελίσσεται η νόσος. Η έλλειψη εκπαίδευσης, κοινωνικής υποστήριξης και ανακουφιστικών υπηρεσιών εντείνει την ψυχοσωματική επιβάρυνση. Παράλληλα, αναδεικνύεται ο καθοριστικός ρόλος της ΠΦΥ στην έγκαιρη αναγνώριση των αναγκών των φροντιστών και στην παροχή ολοκληρωμένων παρεμβάσεων ψυχοκοινωνικής στήριξης.
Συμπεράσματα: Η ψυχοσωματική επιβάρυνση των οικογενειακών φροντιστών ατόμων με άνοια αποτελεί σοβαρό και συχνά υποτιμημένο πρόβλημα, με σημαντικές επιπτώσεις στη βιωσιμότητα της φροντίδας. Η ενίσχυση της ΠΦΥ με στοχευμένες παρεμβάσεις εκπαίδευσης, υποστήριξης και ανακούφισης των φροντιστών κρίνεται απαραίτητη για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής τόσο των φροντιστών όσο και των ασθενών.
Λέξεις κλειδιά: Ανοια, Νόσος Alzheimer, οικογενειακοί φροντιστές, ψυχοσωματική επιβάρυνση, Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ)
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Το παρόν άρθρο στοχεύει στη διερεύνηση της φαρμακοεπαγρύπνησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και στον εντοπισμό των ρυθμιστικών πλαισίων στα κράτη μέλη. Στην ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων και οι αρχές κάθε κράτους μέλους είναι υπεύθυνες για τη φαρμακοεπαγρύπνηση. Η φαρμακοεπαγρύπνηση απαιτεί στενή και αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, της φαρμακοβιομηχανίας, των μονάδων υγείας και ακαδημαϊκών μονάδων και μεμονωμένων επαγγελματιών υγείας και ασθενών. Εντός της ΕΕ, τα φάρμακα υπόκεινται σε αυστηρούς ελέγχους και αξιολόγηση της ποιότητας, της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειάς τους πριν εγκριθούν είτε σε επίπεδο κράτους μέλους είτε σε επίπεδο ΕΕ. Μόλις κυκλοφορήσουν στην αγορά συνεχίζουν να παρακολουθούνται από δραστηριότητες φαρμακοεπαγρύπνησης. Το νομικό πλαίσιο της ΕΕ για τη φαρμακοεπαγρύπνηση ορίζεται στον κανονισμό αριθ. 726/20041 και στην οδηγία 2001/83/ΕΚ2. Αυτό αναθεωρήθηκε το 2010 (Οδηγία 2010/84/ΕΕ) και το 2012 (Οδηγία 2012/26/ΕΕ). Διαφορές στα ρυθμιστικά πλαίσια φαρμακοεπαγρύπνησης μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ εντοπίζονται στα συστήματα φαρμακοεπαγρύπνησης, στην εποπτεία, στην αναφορά ανεπιθύμητων ενεργειών φαρμάκων από επαγγελματίες υγείας και ασθενείς και στην ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμάκων. Αυτές οι διαφορές οδηγούν σε υποαναφορά ανεπιθύμητων ενεργειών, κυρίως λόγω έλλειψης ενημέρωσης και εκπαίδευσης, συνεργασίας μεταξύ των σχετικών ενδιαφερομένων και πολυπλοκότητας της αναφοράς ανεπιθύμητων ενεργειών. Επομένως, υπάρχουν προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν (κατάρτιση επαγγελματιών υγείας, επάρκεια οικονομικών πόρων, βελτίωση συστημάτων αναφοράς ανεπιθύμητων συμβάντων), προς όφελος των ευρωπαίων πολιτών.
Λέξεις κλειδιά: pharmacovigilance, European Union, Regulations, drugs, adverse event
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) είναι κλάδος της επιστήμης των υπολογιστών που στοχεύει στη δημιουργία συστημάτων ικανών να προσομοιώνουν ανθρώπινες γνωστικές λειτουργίες, όπως η μάθηση, η συλλογιστική και η λήψη αποφάσεων. Αποτελεί βασικό στοιχείο της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, ενσωματώνοντας τεχνολογίες όπως η μηχανική μάθηση, η επεξεργασία φυσικής γλώσσας, η όραση υπολογιστή και η ρομποτική.
Η ΤΝ έχει εξελιχθεί από ακαδημαϊκό πεδίο σε βασική τεχνολογία με ευρεία εφαρμογή, μετασχηματίζοντας κρίσιμους τομείς της σύγχρονης κοινωνίας όπως η υγεία, η βιομηχανία, ο χρηματοπιστωτικός τομέας, η εκπαίδευση και οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις.
Η εφαρμογή της ΤΝ στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης αποτελεί έναν ταχέως αναπτυσσόμενο κλάδο, που αξιοποιεί προηγμένες μεθόδους μηχανικής και βαθιάς μάθησης, επιτρέποντας καινοτόμες εφαρμογές, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η διαγνωστική ιατρική απεικόνιση, η προγνωστική ανάλυση, η εξατομικευμένη ιατρική, η επιτάχυνση της ανακάλυψης νέων φαρμάκων και η χρήση ψηφιακών βοηθών.
Ωστόσο, παρά τα σημαντικά οφέλη, η ενσωμάτωση της ΤΝ στην κλινική πράξη εγείρει σοβαρά ηθικά, νομικά και τεχνικά ζητήματα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η προστασία των προσωπικών δεδομένων, η ανάγκη για διαφάνεια και επεξηγησιμότητα των αλγοριθμικών αποφάσεων, η αντιμετώπιση της μεροληψίας των δεδομένων, η διασφάλιση της ισότιμης πρόσβασης και η σαφής κατανομή της ευθύνης σε περιπτώσεις σφάλματος. Ως εκ τούτου, η αξιοποίησή της πρέπει να διέπεται από αυστηρά ηθικά πρότυπα, διαφανείς μηχανισμούς λειτουργίας, καθώς και σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο που διασφαλίζει τα δικαιώματα και την ασφάλεια των ασθενών.
Ελένη Πατσιαλού , Ιωάννης Αποστολάκης , Παύλος Σαράφης
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο ψηφιακός μετασχηματισμός αποτελεί καθοριστικό και στρατηγικό παράγοντα στον εκσυγχρονισμό των υπηρεσιών υγείας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο των Έξυπνων Ψηφιακών Πόλεων (ΕΨΠ), που αποτελούν σύγχρονες, τεχνολογικά εξελιγμένες αστικές δομές. Μέσω της αξιοποίησης τεχνολογιών όπως οι Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ), το Διαδίκτυο των Πραγμάτων - ΔτΠ (Internet of Things - IoT), οι φορετές συσκευές και η τεχνητή νοημοσύνη, αναπτύσσονται καινοτόμες λύσεις που ενισχύουν αποτελεσματικά την πρόληψη, τη διάγνωση, την έγκαιρη παρέμβαση και τη διαχείριση της υγείας. Το άρθρο παρουσιάζει χαρακτηριστικά παραδείγματα από πόλεις όπως η Σιγκαπούρη και η Θεσσαλονίκη, στις οποίες εφαρμόζονται ποικίλες ψηφιακές υπηρεσίες, όπως η απομακρυσμένη παρακολούθηση υγείας, η τηλεϊατρική, τα ηλεκτρονικά φαρμακεία, οι ηλεκτρονικοί φάκελοι ασθενών και τα «έξυπνα» υποστηρικτικά συστήματα για ηλικιωμένους και άτομα με αναπηρία. Έμφαση δίνεται στην ψηφιακή διαχείριση χρόνιων παθήσεων, όπως ο διαβήτης και η υπέρταση, με τη χρήση εφαρμογών, αισθητήρων και φορετών συσκευών που επιτρέπουν συνεχή και ακριβή παρακολούθηση. Αναλύονται επίσης τα πλεονεκτήματα αυτών των τεχνολογιών – όπως η βελτιωμένη προσβασιμότητα, η ενίσχυση της πρόληψης, η μείωση του κόστους και η εξατομικευμένη φροντίδα – καθώς και οι προκλήσεις που ανακύπτουν, κυρίως σε θέματα προστασίας προσωπικών δεδομένων, ασφάλειας πληροφοριών και ανάγκης για τεχνική υποστήριξη. Συμπερασματικά, οι ΕΨΠ διαμορφώνουν ένα νέο, βιώσιμο, καινοτόμο και ανθρωποκεντρικό μοντέλο φροντίδας υγείας, στηριγμένο στη διαρκή συνεργασία πολιτείας και κοινωνίας. Σκοπός του άρθρου είναι να αναδείξει τον ρόλο των Έξυπνων Ψηφιακών Πόλεων ως καταλυτικό παράγοντα στον ψηφιακό μετασχηματισμό της φροντίδας υγείας, παρουσιάζοντας εφαρμογές και πρακτικές που συμβάλλουν στη βιωσιμότητα και την ανθρωποκεντρική παροχή υπηρεσιών υγείας.
Λέξεις κλειδιά: Έξυπνες Ψηφιακές Πόλεις, Ψηφιακή Υγεία, Απομακρυσμένη παρακολούθηση, τηλεϊατρική
Κωνσταντινα Αρσενίου , Δημήτριος Νάσης
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η εθελοντική αιμοδοσία αποτελεί βασικό πυλώνα για την επάρκεια αίματος στα σύγχρονα συστήματα υγείας. Η αδιάκοπη ανάγκη για αίμα και η περιορισμένη διάρκεια ζωής των αιμοδοτικών προϊόντων καθιστούν επιτακτική την ανάπτυξη αποτελεσματικών στρατηγικών προσέλκυσης αιμοδοτών. Η ενίσχυση της εθελοντικής αιμοδοσίας απαιτεί την κατανόηση των κοινωνικών, ψυχολογικών και πολιτισμικών παραμέτρων που επηρεάζουν τη σχετική συμπεριφορά. Σκοπός του παρόντος άρθρου ήταν η διερεύνηση των παραγόντων που επηρεάζουν την πρόθεση αιμοδοσίας, η παρουσίαση στρατηγικών προσέλκυσης εθελοντών και η αξιολόγηση σύγχρονων τεχνολογικών προσεγγίσεων στον ελληνικό και διεθνή χώρο.
Τα κύρια κίνητρα αιμοδοσίας περιλαμβάνουν την κοινωνική ευθύνη, την προσωπική εμπειρία ανάγκης για αίμα και την ψυχολογική ικανοποίηση από την προσφορά. Αντίθετα, ανασταλτικοί παράγοντες περιλαμβάνουν τον φόβο, την άγνοια και την έλλειψη εμπιστοσύνης στο σύστημα υγείας. Στρατηγικές, όπως η εκπαίδευση, η χρήση εφαρμογών κινητών, τα κοινωνικά δίκτυα και η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, συμβάλλουν στην αύξηση της συμμετοχής, ιδιαίτερα στους νέους.
Η ενίσχυση της αιμοδοσίας απαιτεί πολυδιάστατη προσέγγιση: ενημέρωση, κοινωνική αναγνώριση, χρήση ψηφιακών εργαλείων και διαμόρφωση κουλτούρας εθελοντισμού. Η στοχευμένη εφαρμογή αυτών των στρατηγικών μπορεί να αυξήσει την επάρκεια αίματος και να ενδυναμώσει τη δημόσια υγεία.
Λέξεις κλειδιά: Αιμοδοσία, εθελοντές δότες, επικοινωνία υγείας, κοινωνική συμπεριφορά, "κινητή" υγεία
Δημοσθένης Παναγιωτάκος , Ελένη Ευγενία Παναγιωτάκου , Ανεζίνα Καταγά , Αετός Μαυρίκης , Διονυσία Μαχαίρα , Νικολέτα Μιχαηλίδου , Νίκος Δημητριάδης , Κωνσταντίνος Τάμπαλης
Εισαγωγή: Η σωματική δραστηριότητα αν και αποτελεί θεμελιώδη συμπεριφορά υγείας με τεκμηριωμένα οφέλη στην πρόληψη και αντιμετώπιση νοσημάτων, δεν έχει εδραιωθεί ως σταθερή πρακτική στον πληθυσμό. Σκοπός: Η διερεύνηση των αντιλήψεων, συμπεριφορών, καθώς και κοινωνικών παραγόντων που σχετίζονται με την σωματική άσκηση στην κοινωνία, και ο ρόλος του αστικού περιβάλλοντος. Υλικό και Μέθοδος: Συγχρονική επιδημιολογική έρευνα, που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 2025, ηλεκτρονικά και με συνεντεύξεις, με δομημένα ερωτηματολόγια, σε 1411 ενήλικες από όλη την Ελλάδα (μέση ηλικία 47,5 έτη, 50,3% γυναίκες, 571 μόνιμοι κάτοικοι πόλεων με <100.000 κατοίκους, μικρό – μεσαίες αστικές πόλεις). Αποτελέσματα: Το 39,3% των γυναικών και το 47,1% των ανδρών ασκούνταν επαρκώς σύμφωνα με τις διεθνείς συστάσεις (p=0,003). Το 42,9% των κατοίκων στις μικρό – μεσαίες αστικές πόλεις έναντι του 32,4% των κατοίκων στις μεγαλύτερες αστικές πόλεις δήλωσαν δυσαρεστημένοι από τις διαθέσιμες δημόσιες υποδομές για άσκηση (p<0,001). Ανεξαρτήτως τόπου διαμονής, περίπου το 60% από τους ερωτώμενους, δήλωσαν ότι ο κυριότερος λόγος που δεν ασκούνται είναι η έλλειψη χρόνου, ενώ περίπου το 40% δήλωσαν την έλλειψη κατάλληλων και ασφαλών χώρων. Επίσης, το 40% των συμμετεχόντων πιστεύει στην ανάγκη για ύπαρξη περισσότερων προγραμμάτων δωρεάν ή χαμηλού κόστους άσκησης. Συμπεράσματα: Οι πολίτες ζητούν δωρεάν ή φθηνά προγράμματα και καλύτερες εγκαταστάσεις, αναδεικνύοντας τα σύνθετα εμπόδια για άσκηση και την ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις υγείας.
Λέξεις κλειδιά: σωματική άσκηση, πρόληψη, βιοστατιστική
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Εισαγωγή: Η κίνηση των Ξενώνων ανακουφιστικής φροντίδας έχει διαδοθεί σε παγκόσμιο επίπεδο.
Σκοπός: Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η διερεύνηση των γνώσεων και των στάσεων των Ελλήνων πολιτών απέναντι στην ίδρυση και λειτουργία ξενώνων ανακουφιστικής φροντίδας.
Υλικό- Μέθοδος: Η μελέτη διεξήχθη το 2010 σε δείγμα Ελλήνων πολιτών με τη χρήση δομημένου ερωτηματολογίου, το οποίο έχει προέλθει από επεξεργασία έγκυρου και αξιόπιστου ερωτηματολογίου(Cronbach’s alpha 0,70). Η ανάλυση των δεδομένων πραγματοποιήθηκε με περιγραφικές στατιστικές μεθόδους.
Αποτελέσματα: Τα ευρήματα κατέδειξαν σημαντική έλλειψη γνώσης σχετικά με την ανακουφιστική φροντίδα. Ωστόσο, η πλειονότητα των συμμετεχόντων εξέφρασε θετική στάση απέναντι στην ίδρυση ξενώνων στην Ελλάδα. Αναδείχθηκαν εμπόδια, όπως η απουσία ενημέρωσης, η έλλειψη θεσμικού πλαισίου και η αδυναμία του κράτους να προωθήσει ανάλογες δομές.
Συμπεράσματα: Παρότι τα δεδομένα της μελέτης αναφέρονται στην περίοδο του 2010, αποτελούν χρήσιμο σημείο αναφοράς για την αποτίμηση της προόδου της τελευταίας δεκαπενταετίας. Η σύγκριση με τη σημερινή κατάσταση αναδεικνύει σημαντική πρόοδο, αλλά και συνεχιζόμενες προκλήσεις. Η ανάγκη ανάπτυξης ξενώνων παραμένει διαχρονική, επισημαίνοντας την αναγκαιότητα για επικαιροποιημένες έρευνες.
Λέξεις κλειδιά: ανακουφιστική φροντίδα, ξενώνες, στ΄άση πολιτών, ποιότητα ζωής, Ελλάδα
Δημήτρης Παπαδόπουλος , Παναγιώτης Κοτσωνάς , Κωνσταντίνα Τακτατζή
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Με σκοπό τη διερεύνηση της πραγματικότητα των ΤΕΠ σε οριακές καταστάσεις έγινε εξέταση των εμπειριών και των προκλήσεων του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού στο ΤΕΠ, όσο και τις στρατηγικές που αυτό χρησιμοποιεί για να ανταπεξέλθει στις οριακές καταστάσεις που προκαλούνται. Για τον λόγο αυτό πραγματοποιήθηκε ποιοτική έρευνα μέσω συνεντεύξεων μεταξύ 18/8/2025 και 3/10/2025. Στην έρευνα συμμετείχαν 8 νοσηλευτές και νοσηλεύτριες και 2 ιατροί και η επιλογή τους έγινε με τη βοήθεια της δειγματοληψίας ευκολίας. Χρησιμοποιήθηκε έντυπο συνεντεύξεων 7 ερωτήσεων.
Λέξεις κλειδιά: ΤΕΠ, Προκλήσεις, Εμπειρίες, Εργαζόμενοι, Ποιοτική μελέτη